χειροπιαστός

χειροπιαστός

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "χειροπιαστός" в других словарях:

  • χειροπιαστός — χειροπιαστός, ή, ό και χεροπιαστός, ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που μπορεί να ψηλαφηθεί με τα χέρια. 2. ολοφάνερος: Αυτές είναι χειροπιαστές αποδείξεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χειροπιαστός — και χεροπιαστός, ή, ό, Ν 1. αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να πιάσει, να αγγίξει με τα χέρια, απτός, συγκεκριμένος, σε αντιδιαστολή προς τον φανταστικό, τον ιδεατό 2. ολοφάνερος, σαφέστατος (α. «χειροπιαστή πραγματικότητα» β. «χειροπιαστό… …   Dictionary of Greek

  • απτός — ή, ό (AM ἀπτός, ή, όν) [άπτω] ο χειροπιαστός, ο ψηλαφητός …   Dictionary of Greek

  • ευαπόδεικτος — η, ο (Α εὐαπόδεικτος, ον) αυτός που αποδεικνύεται εύκολα, που ελέγχεται εύκολα, απτός, χειροπιαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + απο δεικτός (< απο δεικνύω) πρβλ. δυσ απόδεικτος, αν από δεικτος] …   Dictionary of Greek

  • χειρ(ο)- — ΝΜΑ α συνθετικό μεγάλου αριθμού λέξεων, ιδίως ονομάτων, όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στη λέξη χείρ, χειρός «χέρι». Τα σύνθετα με χειρ(ο) μπορεί να αναφέρονται γενικά στο χέρι, ενώ ειδικότερα δηλώνουν την ενέργεια που γίνεται …   Dictionary of Greek

  • χεροπιαστά — Ν επίρρ. βλ. χειροπιαστός …   Dictionary of Greek

  • χεροπιαστός — ή, ό, Ν βλ. χειροπιαστός …   Dictionary of Greek

  • απτός — ή, ό αυτός που μπορεί κανείς να εγγίσει, χειροπιαστός: Δεν υπάρχουν απτές αποδείξεις για την ενοχή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θετικός — ή, ό επίρρ. ά 1. συγκεκριμένος, χειροπιαστός, βέβαιος, πραγματικός: Θετική βοήθεια. – Οι έρευνες δεν απέδωσαν τίποτε το θετικό. – Θετικό κέρδος. 2. καταφατικός: Πήρα θετική απάντηση. 3. «θετική εικόνα», φωτογραφία εικόνας αντίθετη της αρνητικής·… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χεροπιαστός — ή, ό βλ. χειροπιαστός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψηλαφητός — ή, ό 1. αυτός που μπορεί κανείς να ψηλαφήσει ή να πιάσει, χειροπιαστός. 2. ολοφάνερος: Αυτή είναι ψηλαφητή απόδειξη της αθωότητάς του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»